Αν η εναλλαγή μισθών και τιμών δημιουργήσουν ένα συνεχές σπιράλ αυξήσεων, τότε στην μακροχρόνια περίοδο, θα έχουμε τελικά μείωση του τελικού διαθέσιμου εισοδήματος, με αυξημένο επίπεδο τιμών αλλά και μισθών

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η οικονομική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα, ως συνέπεια τόσο της πανδημίας, όσο και της ενεργειακής κρίσης που έχει τροφοδοτηθεί από τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχει ήδη σημαντικές παρενέργειες στις εθνικές οικονομίες όπως και στην χώρα μας.

Πιο συγκεκριμένα, η άνοδος του γενικού επιπέδου τιμών και του δείκτη καταναλωτή, αποτελούν ήδη μία παγιωμένη τάση για όλο το 2023, ενώ ήδη έχει ανακοινωθεί από την κυβέρνηση αύξηση κύριων συντάξεων, αύξηση μισθών, καθώς και συνεχείς επιδοτήσεις στους λογαριασμούς του ρεύματος.

Από την μία είναι θετική η στήριξη της κοινωνίας με μεταβιβαστικές πληρωμές εκ μέρους της εκάστοτε κυβέρνησης, όμως η συνεχής άνοδος του πληθωρισμού, προκαλεί πιέσεις για νέες αυξήσεις ονομαστικών μισθών, καθώς και επιδομάτων σε όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες, αυξάνοντας βραχυπρόθεσμα την κατά κεφαλή κατανάλωση και προκαλώντας στην συνέχεια νέα αύξηση των τιμών.

Αν μάλιστα οι εγχώριες αυξήσεις συνδυαστούν και με εισαγόμενο πληθωρισμό λόγω του κόστους των πρώτων υλών και της ενέργειας, τότε το μείγμα αύξησης θα είναι ακόμη μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί η τελική αύξηση να απορροφηθεί από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις.

Αυτό σημαίνει, ότι αν η εναλλαγή μισθών και τιμών δημιουργήσουν ένα συνεχές σπιράλ αυξήσεων, τότε στην μακροχρόνια περίοδο, θα έχουμε τελικά μείωση του τελικού διαθέσιμου εισοδήματος, με αυξημένο επίπεδο τιμών αλλά και μισθών, που θα συνοδεύονται από μία μέτρια ως χαμηλή παραγωγικότητα και θα υπονομεύουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Η νομισματική πολιτική που ασκείται σε κεντρικό επίπεδο τόσο από την ΕΚΤ όσο και από την FED, προσπαθούν να λύσουν ακριβώς αυτό το πρόβλημα με την προσεκτική αύξηση των επιτοκίων, ώστε να ελεγχθεί η προσφορά χρήματος και να μειωθεί όσο το δυνατόν ο πληθωρισμός σε ανεκτά επίπεδα του 2%, ώστε να μην απαιτούνται συνεχείς αυξήσεις μισθών που θα επιβαρύνουν δυσανάλογα το κόστος των επιχειρήσεων καθώς και την βιωσιμότητά τους.

Παρόλα αυτά, από μόνη της η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, καθώς έγκειται στην κάθε εθνική οικονομία και στο κάθε κράτος μέλος αν μιλάμε για την ΕΕ και την Ελλάδα, στο να κάνει στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγορά, όσον αφορά την στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών, ώστε οι όποιες αυξήσεις μισθών δοθούν, να συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα, την τεχνολογική μεταβολή, αλλά και εν γένει με την εξωστρέφεια της χώρας σε ένα πλαίσιο διατηρήσιμης αύξησης του ΑΕΠ.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Προηγούμενο άρθροΑστυνομία: Επαφές και με… νονούς
Επόμενο άρθροΚαιρός: Ραγδαία αλλαγή με καταιγίδες και χιονοπτώσεις