Η Ελλάδα έχει εξελιχθεί στον βολικό εξωτερικό εχθρό για την τουρκική ηγεσία για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, προκαλεί συσπείρωση στο εθνικιστικό ακροατήριο, το οποίο πλέον δεν εκφράζεται στην πλειονότητά του από τον Μπαχτσελί και ο κίνδυνος να «υιοθετηθεί» πολιτικά από την Ακσενέρ και τους κεμαλιστές είναι υπαρκτός.

Δεύτερον, συντηρώντας την ένταση με την Ελλάδα, μπορεί να ορίζει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, να αποπροσανατολίζει το κοινό και να κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι καλείται να διαχειριστεί τα δικά της λάθη, που χρονολογούνται κατά τον Ερντογάν από τη Λωζάννη το 1923.

Τρίτον, η Αθήνα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης, ακόμα και εκβιασμού έναντι της Ουάσιγκτον, δεδομένου ότι η τελευταία θα ήθελε πάση θυσία να αποφευχθεί μια κρίση στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Τέταρτον, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως πληρεξούσιο των ΗΠΑ, ικανοποιείται η ρωσική ηγεσία, αφενός γιατί η Τουρκία διαφοροποιείται αισθητά, διαφημίζοντας την αυτονόμησή της από τη Δύση, αφετέρου διότι έτσι υπονομεύεται εκ των έσω η συνοχή του ΝΑΤΟ, ενώ στοχοποιείται η Αλεξανδρούπολη, αλλά και οι Αμερικανοί ως συνυπεύθυνοι για αυτή την κατάσταση, κάτι που έχει απήχηση στο εσωτερικό της Τουρκίας αλλά κυρίως δικαιώνει τη ρωσική άποψη για τον αποσταθεροποιητικό ρόλο της Ουάσιγκτον παγκοσμίως.

Πέμπτον, ο Ερντογάν θέλει να έχει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά για να μπορεί να επιλέξει το καλύτερο για αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα στην παρούσα φάση είναι εμφανής η έλλειψη σχεδίου και στρατηγικής στην πολιτική του. Τούτων δοθέντων, είναι δύσκολο μέχρι τις εκλογές στην Τουρκία αλλά και στην Ελλάδα να δούμε κάποια θεαματική διαφοροποίηση από πλευράς Ερντογάν.

Το ερώτημα βέβαια είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ρητορική έξαρση των τελευταίων μηνών. Είδαμε προχθές τον τούρκο πρόεδρο να υπερβαίνει τα εσκαμμένα κατηγορώντας από το βήμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την Ελλάδα για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, Ωστόσο, δεν αναφέρθηκε ούτε στην αποστρατιωτικοποίηση ούτε στα δήθεν κατεχόμενα από την Ελλάδα τουρκικά νησιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Αγκυρα δεν θα επιμείνει σε αυτά τα δύο ζητήματα. Θα διαπιστώσουμε πάντως εντός του Οκτωβρίου κατά πόσο οι εορτασμοί για τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή συνετέλεσαν στην καθημερινή εμπρηστική ρητορική των γειτόνων μας.

Επί του πεδίου, οι δύο σοβαρότεροι κίνδυνοι προκύπτουν από τα προσφυγικά -μεταναστευτικά ρεύματα και τα πλωτά γεωτρύπανα και σεισμικά σκάφη που δραστηριοποιούνται στην Ανατολική Μεσόγειο. Ως προς το πρώτο, εφόσον έτσι κι αλλιώς το ζήτημα αυτό επιβαρύνει το κλίμα στο εσωτερικό της Τουρκίας σε βάρος του Ερντογάν, μέχρι τις εκλογές θα πρέπει να έχει βρεθεί μια λύση διοχέτευσης αρκετών χιλιάδων από αυτούς είτε προς την Ευρώπη είτε προς τη Συρία και τις χώρες προέλευσής τους. Αν λοιπόν στο παρελθόν εργαλειοποιούνταν η ανθρώπινη απελπισία για λόγους γεωπολιτικούς και οικονομικούς, πλέον αποτελεί πολιτική αναγκαιότητα για το τουρκικό καθεστώς. Ως προς το Ενεργειακό, ο Ερντογάν είναι αποφασισμένος πριν από τις εκλογές να δείξει αποτελέσματα. Αναμένει λοιπόν καλά νέα στις αρχές του επόμενου έτους από τις εξορύξεις που γίνονται ήδη στη Μαύρη Θάλασσα και θα θελήσει να τα συνδυάσει με αντίστοιχες προσπάθειες στην Ανατολική Μεσόγειο, οι οποίες, πέραν της ενεργειακής διάστασης σε σχέση με την απεξάρτηση της Τουρκίας από τις εισαγωγές ενέργειας, έχουν και μια προφανή γεωπολιτική, που αφορά την περιφερειακή ηγεμονία που θέλει η Αγκυρα να ασκήσει στη γειτονιά της στην κατεύθυνση πως «τίποτα δεν γίνεται χωρίς την εμπλοκή ή συναίνεση της Τουρκίας».

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Κυκλοφορεί σε επιμέλειά του το βιβλίο «Το μέλλον της Ιστορίας. Πώς ο πόλεμος της Ου

Προηγούμενο άρθροΗ μάχη της Fed κατά του πληθωρισμού είναι πρόβλημα του Τζο Μπάιντεν
Επόμενο άρθρο«Για τον κόσμο φοβάμαι, εμένα τι θα μου κάμουνε;»