του Δημήτρη Λολίτσα*

Τέλη Σεπτέμβρη, τέλη της εξεταστικής περιόδου και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ετοιμάζεται να υποδεχθεί τους φοιτητές του, παλιούς και νέους, ενόψει του ακαδημαϊκού έτους που μόλις ξεκίνησε.

Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο οι γραμματείες των σχολών γεμίζουν με μπερδεμένους πρωτοετείς, οι φοιτητικές ομάδες προετοιμάζονται για τις δράσεις της χρονιάς και τις εγγραφές νέων μελών, τα τραπεζάκια των κυλικείων φιλοξενούν ιστορίες από το καλοκαίρι, συζητήσεις για την επικαιρότητα και σχέδια για το μέλλον και οι εθελοντές του ΑΠΘ ενημερώνουν τα καινούργια μέλη της ακαδημαϊκής μας οικογένειας για τη ζωή στο πανεπιστήμιο και όσες ευκαιρίες αυτή έχει να προσφέρει.

Ολα αυτά συμβαίνουν ή θα συμβούν και φέτος, καθώς είναι σαφές ότι η πανεπιστημιακή κοινότητα της χώρας νιώθει βαθιά την ανάγκη να «καλύψει» το έδαφος που έχασε λόγω της πανδημίας και της αναπόφευκτης απομάκρυνσής της από τον φυσικό της χώρο, εκείνον του πανεπιστημίου.

Ετσι, συνεχίζοντας την πορεία προς την κανονικότητα που ξεκίνησε ήδη από το περασμένο ακαδημαϊκό έτος με την επιστροφή τους στα αμφιθέατρα, οι φοιτητές αναζητούν με αμείωτη διάθεση τους ρυθμούς εκείνους που θα τους επιτρέψουν να ξεδιπλώσουν τη δημιουργικότητα και την αγάπη τους για τις επιστήμες τους.

Φυσικά, έχουν την απαίτηση από το πανεπιστήμιο να αποτελέσει το περιβάλλον που θα πλαισιώσει με υποστηρικτικό τρόπο τις προσπάθειές τους, θα τους παρέχει ευκαιρίες τόσο για έρευνα όσο και για πρακτική ενασχόληση με τα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, θα ενθαρρύνει και θα αναδείξει την καινοτομία, την εργατικότητα και την αριστεία.

Δυστυχώς, όμως, αντί αυτές τις μέρες να μιλάμε με περηφάνια για τα βήματα που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση τη χρονιά που πέρασε, σχεδιάζοντας παράλληλα εκείνα που θα ακολουθήσουν φέτος και τα επόμενα χρόνια, τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα σε εικόνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού πανεπιστημίου.

Πραγματικά, όσες επιτυχίες και να σημειώσει το ΑΠΘ (και δεν είναι λίγες), όσους στόχους και αν πετύχει στην προσπάθειά του να κάνει τη ζωή των μελών της πανεπιστημιακής του κοινότητας καλύτερη, είναι αδύνατον να μην επισκιαστούν στη συνείδηση των φοιτητών από τις εντάσεις, τις αψιμαχίες και τις σκηνές καταστροφής που σε καθημερινή σχεδόν βάση εκτυλίσσονται πλέον δίπλα τους.

Το όραμα των φοιτητών

Δεν είναι ούτε υπερβολή, ούτε αυθαίρετη κρίση να υποστηρίξουμε ότι η συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών του ΑΠΘ επιθυμούν ένα ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο υψηλών ακαδημαϊκών προδιαγραφών, στο οποίο θα ανθεί η έρευνα, η ελεύθερη διδασκαλία και η εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων.

Καθώς, μάλιστα, μιλάμε για ένα ίδρυμα το οποίο έχει ταλαιπωρηθεί αρκετά από φαινόμενα ανομίας και παραβατικότητας, η επιθυμία των φοιτητών για μία ασφαλή και ομαλή πανεπιστημιακή καθημερινότητα είναι αναντίρρητη και εκφράζεται με κάθε ευκαιρία.

Είναι, λοιπόν, φυσικό επόμενο η πλειονότητα αυτή των φοιτητών να ασφυκτιά μέσα σε μια ατμόσφαιρα η οποία μυρίζει συνεχώς μπαρούτι, ερχόμενη καθημερινά αντιμέτωπη με τα θλιβερά αποτελέσματα ενεργειών οι οποίες πραγματοποιούνται από λίγους «για το καλό της», για τις οποίες, όμως, ουδέποτε ζητήθηκε η σύμφωνη γνώμη της!

Η αλήθεια είναι ότι η έκρυθμη κατάσταση η οποία επικρατεί στο ΑΠΘ και σε άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας μπορεί να μονοπωλεί την επικαιρότητα, ίσως και το ενδιαφέρον της πανεπιστημιακής κοινότητας αυτή τη στιγμή, δεν αλλάζει, όμως, τις πραγματικές προτεραιότητες και ανάγκες των φοιτητών.

Η επιθυμία και η απαίτηση για ένα σύγχρονο και ασφαλές πανεπιστήμιο, το οποίο θα δίνει στους φοιτητές του την ευκαιρία να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητα και την επιστημονική δράση τους, χωρίς ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και αναχρονιστικές πρακτικές, προετοιμάζοντάς τους άρτια για την έξοδό τους στην αγορά εργασίας και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, διατρέχει το σύνολο σχεδόν των φοιτητών και ανταποκρίνεται σε ένα υγιές όραμα για το πώς πρέπει να είναι το ελληνικό πανεπιστήμιο. Αρκεί μια βόλτα χωρίς παρωπίδες στο campus του ΑΠΘ για να καταλήξει κανείς σε αυτό το συμπέρασμα.

* Ο Δημήτρης Λολίτσας είναι τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Έντυπη έκδοση «ΤΑ ΝΕΑ»

Προηγούμενο άρθροΒρετανία: Οι μισές επιχειρήσεις αύξησαν την παραγωγικότητα με την τετραήμερη εργασία
Επόμενο άρθροΟι έωλες βεβαιότητες