Του Πέτρου Τατσόπουλου

«Κουράζει η Ιστορία, είναι η ποιητική σκηνή ενός καθημερινού ανθρώπου που κουβαλά στα χέρια του, στους ώμους του, ένα μεγάλο μαρμάρινο κεφάλι από ένα μεγάλο γλυπτό, μνημειακό. Δεν μπορείς να κουβαλάς πάντα ένα μνημείο επάνω σου, ούτε τη μνήμη δεν μπορείς να κουβαλάς. Η ιστορία λοιπόν κουράζει. Εάν σε κουράσει όμως η ιστορία, κινδυνεύεις να υποστείς τις συνέπειές της, να τις υποστείς ξανά. Θέλει πολύ μεγάλη εκπαίδευση και αντοχή και εγρήγορση για να μη σε κουράζει η ιστορία, αλλά να την ενσωματώνεις και να τη μετατρέπεις σε ένα κριτήριο το οποίο χρησιμοποιείς με φυσικό τρόπο για να αντιμετωπίσεις τα διλήμματα τα καθημερινά»

Ευάγγελος Βενιζέλος

Αυτή ήταν η κατακλείδα σε μια ωριαία συζήτησή μας που ηχογραφήθηκε στις 25 Αυγούστου και μεταδόθηκε από το Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας δύο ημέρες αργότερα. Αφορμή για τη συζήτησή μας ήταν το πιο πρόσφατο βιβλίο του, οι «Εκδοχές πολέμου 2009-2022» (εκδόσεις Πατάκη), μια διεξοδική και συναρπαστική συνομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου με τον δημοσιογράφο Γιώργο Κουβαρά γύρω από το παρασκήνιο της οικονομικής κρίσης και όσων ακολούθησαν μέχρι σήμερα: τους δύο «μεταφορικούς» πολέμους -δημοσιονομικό και υγειονομικό – και τον έναν «κυριολεκτικό» – την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Παρά τη φαινομενική ξηρότητα των περιεχομένων και το γεγονός ότι, τόσο ο Βενιζέλος όσο κι εμείς, ως Επιμηθείς, γνωρίζουμε πώς «θα τελειώσει το έργο», το βιβλίο διαβάζεται σαν θρίλερ, με αδιάπτωτη την περιέργεια/μέθεξη του αναγνώστη. Ο κύριος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο ελλοχεύει στην κατακλείδα που προανέφερα. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξαρχής ότι ελάχιστοι πολίτες και πολιτικοί συμμερίζονται την αίσθηση του Βενιζέλου για την Ιστορία ως «μεγάλο μαρμάρινο κεφάλι» που κουβαλάμε στις πλάτες μας. Η πλειονότητα των πολιτικών περιορίζουν την γκάμα των ενδιαφερόντων τους ανάμεσα στην προηγούμενη και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ενόσω οι περισσότεροι πολίτες χορεύουν στον ίδιο σκοπό, έτοιμοι να υποθηκεύσουν την ψήφο τους – και τη μνήμη τους – με αντάλλαγμα το πρώτο προεκλογικό επίδομα. Αμφότεροι κινούνται στον μικρόκοσμο του κομματικού small talk, ενός αδιάκοπου μπρα-ντε-φερ καθημερινών κακολογιών χωρίς ειρμό και έρμα. Το «μεγάλο μαρμάρινο κεφάλι» παραμένει στα αζήτητα.

Οι «Εκδοχές πολέμου» βρίθουν σκηνών όπου η δραματικότητα των καταστάσεων χτυπάει κόκκινο. Τον Σεπτέμβριο του 2011, στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, στο δεύτερο υπόγειο του ξενοδοχείου Monopol – «ήταν θεοσκότεινα», αφηγείται ο Βενιζέλος στον Κουβαρά, «ανάψαμε ένα φως, άρα υπήρχε μια συνθήκη η οποία ήταν αρκετά θεατρική, ή έστω υποβλητική, γιατί υπήρχε ημίφως» – ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ζητάει ωμά να εξετάσουν το ενδεχόμενο μιας «προσωρινής» (με την υστεροβουλία του «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού») εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, κάτι που ο έλληνας υπουργός Οικονομικών γνωρίζει ότι θα οδηγήσει την πατρίδα μας στην «εποχή των παγετώνων», αλλά είναι ταυτόχρονα όμηρος του λεγόμενου παράδοξου ή/και κατάρας της επιτυχίας, καθώς εάν ο Βενιζέλος κατάφερνε να μεταπείσει τον Σόιμπλε και να αποσοβήσει την έξοδο, οι συμπατριώτες μας δεν θα μάθαιναν ποτέ από ποιου μεγέθους κίνδυνο γλίτωσαν. Δυο μήνες κατόπιν, στις Κάννες, απέναντι στην απροκάλυπτα εχθρική στάση των ευρωπαίων ηγετών για την άφρονα κίνηση του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου να προαναγγείλει δημοψήφισμα (μια κίνηση που οι αγορές θα προεξοφλούσαν ως de facto Grexit), η πίεση του «μεγάλου μαρμάρινου κεφαλιού» πάνω στους ώμους του Βενιζέλου θα εκδηλωθεί και με καθαρά σωματικά συμπτώματα. Ανάλογη ιστορική «σκηνογραφία» τού επέβαλε, όσον καιρό παρέμεινε στο υπουργείο Οικονομικών, να αντικρίζει καθημερινά  την «Πλατεία των Αγανακτισμένων». Ισως τότε να διέκρινε και στο «μεγάλο μαρμάρινο κεφάλι» κάποιο ειρωνικό μειδίαμα.

Προηγούμενο άρθροΤο φάσμα της τοξικότητας και οι «μολότοφ» στο διαδίκτυο
Επόμενο άρθροΚώστας Καραμανλής: Το παρασκήνιο και τα ερωτήματα στο γαλάζιο στρατόπεδο