Τα ιστορικά ανθοπωλεία του Συντάγματος αναγεννιούνται μέσα από την ανάπλαση της ΕΤΑΔ ▪ Ο Σπύρος Κοντογιάννης μιλά στα «ΝΕΑ» για τη χρυσή εποχή των λουλουδάδικων, τα «τραύματα» της κρίσης και τις ελπίδες του για την επιστροφή του εμβληματικού σημείου της Αθήνας.

Ανήμερα την 25η Μαρτίου οι Αθηναίοι που αποφάσισαν να παρακολουθήσουν την παρέλαση από την πλατεία Συντάγματος βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα γνώριμο, αλλά σχεδόν ξεχασμένο: Τα ιστορικά ανθοπωλεία της Βουλής μοίραζαν λουλούδια στους περαστικούς, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες, την περίοδο της μεγάλης τους άνθισης, προμηνύοντας την επιστροφή τους. Είχαν προηγηθεί μήνες πυρετώδους αναδιαρρύθμισής τους από την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ), τη Βουλή και το υπουργείο Πολιτισμού, με σκοπό την αναβάθμιση της χρήσης τους αλλά και την αφαίρεση των πρόσθετων εξωτερικών κατασκευών, οι οποίες αλλοίωναν την όψη του μνημειακού κτιρίου του Κοινοβουλίου.

Ενενήντα χρόνια έχουν μεσολαβήσει από την πρώτη τους εμφάνιση, αρχικά με τη μορφή πάγκων στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, για την εξυπηρέτηση εκείνων που επιθυμούσαν να τιμήσουν τους νεκρούς των πρόσφατων πολέμων, καταθέτοντας άνθη στο (επίσης) νεοανεγερθέν μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη. Στο διάστημα αυτό τα λουλουδάδικα έχουν βιώσει ορισμένες από τις πιο κρίσιμες ανακατατάξεις της ελληνικής κοινωνίας, συχνά από μικρότερη… απόσταση από όσο θα επιθυμούσαν οι ιδιοκτήτες τους.

Στα χρόνια της κρίσης η φράση «ραντεβού στα λουλουδάδικα» έφυγε από τα χείλη των περιπατητών του Σαββατοκύριακου για να περάσει σε εκείνα των διαδηλωτών, τα λουλούδια μετατράπηκαν σε πολυτέλεια και οι 11 υπόσκαφοι χώροι στο πλάι της Βουλής σταδιακά άδειασαν από ζωή. Μοναδική εξαίρεση το ανθοπωλείο του Σπύρου Κοντογιάννη, που παρέμεινε πεισματικά ανοιχτό, κυρίως για λόγους συναισθηματικούς, όπως αναγνωρίζει μιλώντας στα «ΝΕΑ».

 

Στεφάνια. Γεννημένος στη δεκαετία του ’60 και έχοντας ουσιαστικά μεγαλώσει στους χώρους της επιχείρησης που είχε ιδρυθεί από την οικογένειά του το 1932, θυμάται τις «χρυσές εποχές», όπως τις χαρακτηρίζει, όταν «επικρατούσε ένας οργασμός δουλειάς». «Δούλευαν έως και 150 άνθρωποι» εξηγεί. «Δέχονταν παραγγελίες, μοίραζαν λουλούδια, έφτιαχναν στεφάνια…».

Ο ρόλος των τελευταίων ήταν κομβικός, όχι μόνο εξαιτίας της σύνδεσης των ανθοπωλείων με το μνημείο, αλλά και επειδή οι ανθοπώλες τα κατασκεύαζαν στο πεζοδρόμιο, τραβώντας την προσοχή των υποψήφιων αγοραστών και δημιουργώντας μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της πόλης.

«Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του ’90» συνεχίζει ο Κοντογιάννης, «όταν μας απαγόρευσαν να τα φτιάχνουμε έξω και νοικιάσαμε αποθήκες αλλού. Μέχρι τις αρχές του 2000 υπήρχε κάποια κίνηση. Μετά άρχισε μια κατηφόρα, γιατί άνοιξαν πολλά ανθοπωλεία στην περιοχή, αλλά και συνοικιακά, άνοιξε και το μετρό και πήρε τον κόσμο από τη Βασιλίσσης Σοφίας. Ξεκίνησε μια παρακμή, που εντάθηκε όταν κάποιοι συνταξιοδοτήθηκαν και έκλεισαν τα καταστήματα. Μέχρι που ήρθε και η κρίση και αποτελείωσε την ομορφιά που υπήρχε». Στο τέλος μόνο το δικό του ανθοπωλείο έμεινε ανοιχτό – γεγονός που οφείλεται στην άρνησή του να «υποστείλει εκείνος τη σημαία της οικογενειακής επιχείρησης» όπως λέει χαρακτηριστικά.

Ελπίδες. Τώρα η αναδιαρρύθμιση θα προσθέσει άλλο ένα «λουλουδάδικο», στην κάτω πλευρά του Συντάγματος, ενώ οι ενδιάμεσοι χώροι θα στεγάζουν εκθετήρια και κατάστημα της Βουλής και του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ). Παρά την απώλεια πελατείας που εκτιμά ότι επέφεραν στην επιχείρησή του οι μήνες που πέρασε με κατεβασμένα ρολά εξαιτίας των εργασιών, αλλά και τις αντίξοες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που δεν του αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας, ο Κοντογιάννης πιστεύει πως το έργο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

«Ελπίζω να αντέξουμε» καταλήγει. «Να κρατήσουμε ζωντανή την παράδοση, να περνάει ο κόσμος και να θυμάται τα παλιά χρόνια, την ομορφιά, όταν οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί, πιο ξένοιαστοι, πιο άνθρωποι».

Προηγούμενο άρθροΝεκρά παιδιά στην Πάτρα: Η παρατήρηση της μητέρας στην αντιπρόεδρο του πανελληνίου ιατρικού συλλόγου
Επόμενο άρθροΚαλαμάτα: 53χρονος βίαζε την 6χρονη ανιψιά του