Ο ορατός κίνδυνος νέας έξαρσης του κοροναϊού από τα αυξημένα ταξίδια και τα πολυπληθή οικογενειακά τραπέζια δεν είναι οι μοναδικοί λόγοι που το παραδοσιακό δείπνο των Αμερικανών για τη Ημέρα των Ευχαριστιών (25/11) βγαίνει μάλλον… ξινό φέτος.

Κι ας είναι η πρώτη -από την αρχή της πανδημίας- χρονιά που γιορτάστηκε κανονικά στις ΗΠΑ.

Κατά μέσο όρο, ένα κλασικό… ταπεινό οικογενειακό τραπέζι για την μεγάλη γιορτή στη βόρεια Αμερική -με την οποία ανοίγει και η εορταστική περίοδος, ενόψει των των Χριστουγέννων- υπολογίζεται ότι ήταν κατά 14% ακριβότερο συγκριτικά με το 2020.

Σύμφωνα, δε, με εκτιμήσεις των Financial Times ήταν έως και 25% πιο «αλμυρό» σε σχέση με τα επίπεδα τιμών προ πανδημίας, το 2019.

Η τιμή της «πρωταγωνίστριας» του παραδοσιακού δείπνου, της γαλοπούλας, πέταξε στα… ύψη: μία μέσου μεγέθους 7 κιλών στοίχισε περί τα 24 δολάρια, σχεδόν 5 δολάρια περισσότερο απ’ ότι πέρυσι, όπως επισημαίνεται σε έρευνα της American Farm Bureau Federation.

Σε σύγκριση μάλιστα με το 2019, η μέση τιμή του κιλού ήταν κατά 34% αυξημένη, σύμφωνα με έτερη έρευνα της Mintec.

Την ανιούσα επίσης πήραν τα παραδοσιακά συνοδευτικά πιάτα: από τις γλυκοπατάτες, έως το καλαμπόκι.

Με αυτά και με άλλα, υπολογίζεται ότι ένα μέτριο «κλασικό» γεύμα για την Ημέρα των Ευχαριστιών για 10 άτομα κόστισε στο μέσο αμερικανικό νοικοκυριό κάτι παραπάνω από 53 δολάρια.

Εάν μάλιστα στο γιορτινό τραπέζι προστέθηκαν επιπλέον λιχουδιές, όπως ζαμπόν και συναφή, το μέσο κόστος εκτιμάται ότι ανέβηκε στα 65 δολάρια.

Πηγή: American Farm Bureau Federation

Και ο πληθωρισμός… καλπάζει

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε στο 6,2% τον Οκτώβριο, σε ετήσια βάση: η υψηλότερη των τελευταίων 31 ετών και μεγαλύτερη απ’ ότι ανέμεναν οι οικονομολόγοι.

Ειδικά ως προς το τραπέζι της Ημέρας των Ευχαριστιών, στην εκτίναξη του κόστους συνέβαλε ένας συνδυασμός παραγόντων.

Είναι τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και το υψηλό κόστος αποστολής και μεταφοράς προϊόντων.

Οι τσουχτερές τιμές ενέργειας που επηρεάζουν την παραγωγή.

Οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι μισθολογικές αυξήσεις σε εργοστάσια συσκευασίας και επεξεργασίας κρέατος, στις μεταφορές, μέχρι και στα καταστήματα πώλησης τροφίμων.

Η περιορισμένη παραγωγή στα εκτροφεία γαλοπούλας, κυρίως λόγω αβεβαιότητας για τη ζήτηση μεσούσης της πανδημίας.

Η παρατεταμένη ξηρασία και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που μείωσαν τη σοδειά σε πολλά τρόφιμα: από γλυκοπατάτες, έως καρότα.

Στο συνολικό κόστος της Ημέρας των Ευχαριστιών για τον μέσο Αμερικανό, εν τω μεταξύ, θα πρέπει να προσμετρηθούν και οι αναγκαίες για τους περισσότερους, πλην «τσουχτερές» πια  μετακινήσεις.

Αυτές δεν αφορούν άλλωστε μόνο τα -ούτως ή άλλως πιο ακριβά- αεροπορικά ταξίδια.

Ακόμη και το κόστος ενός ταξιδιού με ένα συμβατικό αυτοκίνητο έχει εκτοξευτεί στα ύψη, δεδομένου ότι η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί περισσότερο από 50% από την αρχή του έτους στις ΗΠΑ.

Για πρώτη φορά από το 2014, πλέον ξεπερνά τα 3 δολάρια το γαλόνι (0,79 δολάρια το λίτρο).

Τάση, που ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν επιχειρεί να τιθασεύσει, ανακοινώνοντας την περασμένη Τρίτη σχέδιο αποδέσμευσης 50 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ.

Παρ’ όλα αυτά, η λαϊκή δυσαρέσκεια συσσωρεύεται και ήδη αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις.

Πολιτικές «παρενέργειες»

Περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις Αμερικανούς (77%) δήλωσαν σε τελευταία έρευνα του Yahoo News/YouGov ότι ο πληθωρισμός επηρεάζει άμεσα τις ζωές τους.

Περισσότεροι από τους μισούς (51%) εξέφρασαν ανησυχία ότι «δεν θα είναι σε θέση να αγοράσουν όσα χρειάζονται για τις γιορτές, λόγω του πληθωρισμού».

Το 80% απέδωσε την κατάσταση στην πανδημία. Ένα 57% επιρρίπτει στην κυβέρνηση Μπάιντεν «μέρος» ή «μεγάλο μέρος» της ευθύνης.

Εξ αυτών, οι περισσότεροι δήλωσαν ψηφοφόροι των Ρεπουμπλικανών. Υπήρχαν ωστόσο και αρκετοί των Δημοκρατικών.

Μοιραία, μόλις το 43% εγκρίνει την πολιτική Μπάιντεν.

Σε έτερη δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Κουινίπιακ, μόνο το 34% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι επικροτεί τον χειρισμό της οικονομίας από τον Αμερικανό πρόεδρο.

Με κορωνίδα τον νόμο για τις υποδομές, ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, καθώς και τη διαδοχική προώθηση δημοφιλών νομοσχεδίων στο διχασμένο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί τώρα υπόσχονται «επενδύσεις που συμβαίνουν μόνο μία φορά σε κάθε γενιά», «ποντάροντας» πολιτικά στην υλοποίησή τους κατά το προσεχές έτος: μία κρίσιμη εκλογική χρονιά στις ΗΠΑ, καθώς τον επόμενο Νοέμβριο θα διεξαχθούν οι ενδιάμεσες εκλογές για την ανανέωση του μεγαλύτερου μέρους του Κογκρέσου.

«Παρά την αύξηση των μισθών και τη μείωση της ανεργίας», παρατηρούν οι New York Times, «οι Δημοκρατικοί κινδυνεύουν να παραγκωνιστούν, με φόντο ένα εχθρικό πολιτικό περιβάλλον. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό διαμορφώνεται από τον υψηλότερο ετήσιο πληθωρισμό των τελευταίων 30 ετών, που διαψεύδει τις αρχικές προβλέψεις ότι θα ήταν προσωρινός, ενόσω χώρα βγαίνει από την πανδημία».

Ήδη, παρατηρεί η αμερικανική εφημερίδα, οι Ρεπουμπλικανοί τρίβουν τα χέρια τους, πεπεισμένοι ότι το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης θα δώσει ώθηση σε ένα «κόκκινο κύμα» (το χρώμα του κόμματος) στις εκλογές.

Θα οδηγήσει σε απώλεια της ισχνής πλειοψηφίας των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο. Και τελικά θα φέρει σε θέση πολιτικής «ομηρίας» στον Λευκό Οίκο.

Μέχρι τότε, βέβαια, θα κυλήσει πολύ «νερό στο αυλάκι».

Πάντως αναλυτές προβλέπουν ότι το επόμενο οικογενειακό τραπέζι για την Ημέρα των Ευχαριστιών, το 2022, θα είναι ακόμη πιο ακριβό από το φετινό.

«Μπορούμε να πούμε ότι ένα 10-20% είναι ένας λόγος για τον οποίο θα μπορούμε να είμαστε ευγνώμονες, ως προς το τι ενδεχομένως να χρειαστεί να πληρώσουμε του χρόνου», λέει στους FT ο Τομ Μπέιλι, ειδικός αναλυτής της Rabobank.

Προηγούμενο άρθρο5.000 δράστες οδηγήθηκαν στο ψυχιατρείο το 2020
Επόμενο άρθροΜε πιστοποιητικό 3ης δόσης τα ταξίδια στην Ευρώπη