Στις 7 Οκτωβρίου του 2020, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέφθαναν από όλα τα σημεία της Αθήνας στο Εφετείο.

Ήταν η ημέρα που μετά από 5,5 χρόνια το δικαστήριο θα ανακοίνωνε την απόφασή του για την ενοχή ή όχι της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή».

Μέχρι τις 10 το πρωί, η Λεωφόρος Αλεξάνδρας είχε πλημμυρήσει από μαθητές, φοιτητές, συνταξιούχους, εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, ντόπιους και μετανάστες που με συνθήματα, πανό, πλακάτ περίμεναν να ακούσουν εάν οι ναζί θα καταδικαστούν.

Ήταν ένα μεγαλειώδες συλλαλητήριο που απέδειξε περίτρανα ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας όχι μόνο είναι ενάντια στον φασισμό αλλά μάχεται για να τον τσακίσει.

Παλμός, μαχητικότητα, αλλά και ένταση – τόση που θα μπορούσες να την κόψεις με μαχαίρι- χαρακτήριζαν τη συγκέντρωση.

Η αγωνία είχε χτυπήσει «κόκκινο» και μέσα στη δικαστική αίθουσα βρισκόταν τα θύματα, η οικογένεια του Παύλου, οι Αιγύπτιοι ψαράδες, οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και οι δικηγόροι τους που επί 5,5 χρόνια έδιναν τη μάχη εντός και εκτός δικαστηρίου για να αποδείξουν αυτό που όλοι γνωρίζαμε. Ότι οι ναζί είναι εγκληματίες με το μανδύα ενός πολιτικού κόμματος που κατάφερε να κάτσει στα έδρανα της Βουλής.

Δύο από τους δικηγόρους της Πολιτικής Αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής, η Χρύσα Παπαδοπούλου και ο Κώστας Παπαδάκης μιλούν στο in.gr για τη διαδρομή των 5,5 χρόνων, τη σημασία της καταδικαστικής απόφασης, αλλά και τη μάχη ενάντια στον φασισμό που συνεχίζεται.

Η δίκη κράτησε 5,5 χρόνια. Τι θυμάστε πιο έντονα από αυτήν τη διαδρομή;

Χ.Π.: Φυσικά την ημέρα της απόφασης. Φτάνοντας στο Εφετείο το πρωί κατάλαβα ότι η συγκέντρωση θα ήταν μεγαλειώδης. Εάν έπρεπε να πω κάτι για εκείνη την ημέρα θα έλεγα πως ήταν μια συλλογική ανάσα ελευθερίας.

Θυμάμαι πολύ έντονα και την πρώτη μέρα της δίκης στον Κορυδαλλό. Είχε μεγάλη αντιφασιστική συγκέντρωση, αλλά και χρυσαυγίτες που επιτέθηκαν στους φίλους του Παύλου. Το αίμα θα συνόδευε αυτήν τη δίκη. Έγιναν και άλλες επιθέσεις στην πορεία. Οι φασίστες θα χτυπούσαν αργότερα και δικηγόρους της Πολιτικής Αγωγής, την Ελευθερία Τομπατζόγλου και την Ευγενία Κουνιάκη.

Και σίγουρα η κατάθεση της Μάγδας Φύσσα ήταν από τις πιο έντονες στιγμές. Το να ακούς αυτήν τη γυναίκα να μιλάει στο δικαστήριο με θάρρος και αξιοπρέπεια για το πως έφτασαν οι φασίστες να δολοφονήσουν τον γιο της, για τον ρόλο του φασισμού, για όλα αυτά που μας οδήγησαν εκεί, είναι κάτι που το θυμάσαι για πάντα.

Κ.Π.: Η διαδρομή αυτή ήταν μεγάλη και δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια ιδιαίτερη στιγμή εκτός από την ημέρα της απόφασης, που ήταν η κορύφωση της φόρτισης των τελευταίων 5,5 χρόνων, με την τεράστια συγκέντρωση, και τον αέρα της νίκης που αισθανόμασταν.

H δημοσιοποίηση είχε κατακτηθεί, η Χρυσή Αυγή είχε ήδη ηττηθεί πολιτικά μένοντας εκτός Βουλής και τα πολιτικά κόμματα είχαν αναγκαστεί να πάρουν θέση κρατώντας αποστάσεις από τη Χρυσή Αυγή, απελευθερώνοντας τη δικαστική εξουσία από την πίεση να τους αθωώσει.

Εκδοχή που δεν μπορούσε να αποκλειστεί μέχρι τελευταία μέρα εξαιτίας της εισαγγελικής πρότασης. Η ημέρα αυτή θα μείνει για πάντα χαραγμένη στα βιώματα και στις μνήμες μας.

Έχουμε μπροστά μας το Εφετείο. Πότε αναμένεται να γίνει και τι πρέπει να περιμένουμε;

Χ.Π.: Αυτήν τη στιγμή περιμένουμε να καθαρογραφθεί η απόφαση και να υπάρξει ο προσδιορισμός της έφεσης. Θα πρέπει να γνωρίζουν όλοι πως εκεί θα γίνει εκ νέου η εκδίκαση των υποθέσεων αλλά και της εγκληματικής οργάνωσης, με νέα σύνθεση δικαστηρίου. Έχουμε ακόμα μία μεγάλη δικαστική μάχη μπροστά μας και εκεί θα πρέπει να υπερασπίσουμε όλο το εύρος της απόφασης που καταδίκασε τους χρυσαυγίτες.

Κ.Π.: Η καθυστέρηση της καθαρογραφής της απόφασης είναι η συνέπεια της έλλειψης τήρησης ηχογραφημένων πρακτικών. Προφανώς για αυτήν την καθυστέρηση δεν ευθύνεται ο γραμματέας και η Πρόεδρος του δικαστηρίου, καθώς πρόκειται για έναν τεράστιο όγκο.

Ωστόσο, η καθυστέρηση έχει συνέπειες. Η κυριότερη είναι ότι δεν κατέστη δυνατή η εκδίκαση των πλημμελημάτων χωριστά στον δεύτερο βαθμό από τα κακουργήματα, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο τα πλημμελήματα να παραγραφούν, καθώς συμπληρώθηκε 8ετία.

Η πιο έκδηλη συνέπεια είναι ότι η υπόθεση της επίθεσης στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ μένει πλέον εκτός δίκης, γιατί χαρακτηρίστηκε – εσφαλμένα από το Δικαστήριο – πλημμέλημα. Η δίκη στο Εφετείο θα προσδιοριστεί μετά από αρκετούς μήνες και με τα τωρινά δεδομένα δεν προβλέπεται να ξεκινήσει πριν από τον Σεπτέμβριο του 2022.

Έναν χρόνο μετά βρισκόμαστε εν μέσω φασιστικών επιθέσεων. Πόσο σημαντική ήταν η καταδίκη και η φυλάκιση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, και ποιες είναι οι προκλήσεις από εδώ και πέρα;

Χ.Π: Είναι πολύ σημαντικό το ότι η ηγεσία της ναζιστικής οργάνωσης βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στη φυλακή. Μπορεί να βλέπουμε ξανά φασιστικές ομάδες να προσπαθούν να βγουν στο προσκήνιο αλλά δεν έχουμε γυρίσει πίσω. Η κατάσταση δεν μπορεί να συγκριθεί με τη ναζιστική βία του 2012, ούτε στο εύρος ούτε στη μαζικότητα. Ο ναζιστικός πυρήνας έχει αποδυναμωθεί.

Δεν ισχυριστήκαμε ποτέ ότι με την καταδίκη της ηγετικής ομάδας της Χρυσής Αυγής θα τελειώναμε με τον φασισμό και τον ρατσισμό. Προφανώς χρειάζεται εγρήγορση. Και σε αυτό το κομμάτι βλέπουμε αλλαγές. Τα αντανακλαστικά της κοινωνίας είναι άμεσα. Βγήκαν αμέσως μαθητές και οι γονείς τους και το κατήγγειλαν. Έγιναν πολύ μεγάλες αντιφασιστικές διαδηλώσεις στη Σταυρούπολη και στο Νέο Ηράκλειο και συνεχίζονται.

Αυτή είναι και η παρακαταθήκη της δίκης. Υπάρχουν τα αντανακλαστικά στην κοινωνία που μπορούν να ανακόψουν τις απόπειρες των φασιστών να εμφανιστούν ξανά. Αντιθέτως, το πρόβλημα είναι στα αντανακλαστικά της Πολιτείας. Ούτε το υπουργείο Παιδείας στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, ούτε η Δικαιοσύνη κινήθηκε άμεσα, ούτε η αστυνομία.

Προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι, αλλά είμαστε πολλοί αυτοί που θα τους εμποδίσουμε.

Κ.Π.: Αν η ηγεσία της Χρυσής Αυγής δεν ήταν στη φυλακή αυτά που συμβαίνουν αυτές τις ημέρες στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα θα ήταν μια καθημερινή κατάσταση. Εάν ο λαός δεν είχε κατέβει στον δρόμο μετά τη δολοφονία του Φύσσα, δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω πόσες τρομοκρατικές πράξεις, πόσοι νεκροί θα υπήρχαν και που θα είχε φτάσει η Χρυσή Αυγή.

Το μήνυμα που εκπέμπει η σημερινή κατάσταση είναι ότι δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε ούτε να θριαμβολογούμε, αλλά να έχουμε την πεποίθηση ότι κερδίσαμε μια κρίσιμη μάχη αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται.

Οι φασιστικές επιθέσεις ιδίως στη Θεσσαλονίκη διακρίνονται από μία επικίνδυνη κλιμάκωση, με ένοπλες επιθέσεις, με μετατροπή των γραφείων της Χρυσής Αυγής σε ορμητήρια. Έχουμε δηλαδή μία μεθοδευμένη και οργανωμένη τρομοκρατική δράση διαρκείας, κάτι που σημαίνει αυξημένα καθήκοντα για να απομονώσουμε τη Χρυσή Αυγή και τις παραφυάδες της από την κοινωνία, και να απαιτήσουμε από το κράτος να τους αντιμετωπίσει σαν αυτό που είναι, δηλαδή τρομοκρατικές οργανώσεις.

  • Διαβάστε επίσης: Δίκη Χρυσής Αυγής – Η συγκλονιστική στιγμή μετά την ανακοίνωση της ιστορικής απόφασης

Πώς φτάσαμε στην καταδίκη; Ποιος ο ρόλος του αντιφασιστικού κινήματος;

Χ.Π.: Καταρχάς για να φτάσουμε στη σύλληψή τους προηγήθηκε η αντιφασιστική έκρηξη που ακολούθησε τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Τα στοιχεία που καταδείκνυαν την εγκληματική φύση της οργάνωσης ήταν εκεί και πριν τη δολοφονία του Παύλου. Αλλά δεν είχε κινηθεί κάποια δίωξη.

Στη διάρκεια της δίκης τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ήταν συντριπτικά, και αυτό από μόνο του ήταν πολύ σημαντικό. Αλλά εξίσου σημαντικός ήταν ο ρόλος του αντιφασιστικού κινήματος. Υπήρχε διάλογος στο τι συνέβαινε έξω και μέσα από το δικαστήριο.

Το αντιφασιστικό κίνημα ήταν εκεί και δεν άφησε τη δίκη να χαθεί στο σκοτάδι, τους έθεσε εκτός Βουλής και βοήθησε στην απομόνωσή τους. Τα στοιχεία που παρουσιαζόταν στη δίκη τροφοδοτούσαν το αντιφασιστικό κίνημα και αντίστροφα.

Κ.Π.: Το αντιφασιστικό κίνημα ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας σε αυτήν τη δίκη. Η είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή είχε νομιμοποιήσει την τραμπούκικη δραστηριότητά της και είχε μαζικοποιήσει τα τάγματα εφόδου. Με επίδειξη ισχύος επιχειρούσε να ανεβάσει τα εκλογικά ποσοστά της και να επιβληθεί σαν μια συγκεβερνητική δύναμη στην τότε κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.

Η ανοχή της αστυνομίας και του πολιτικού συστήματος οδήγησε στις δολοφονίες του Λουκμάν και του Φύσσα. Η πορεία αυτή ανακόπηκε από τον ξεσηκωμό μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, και οδήγησε στην ποινική δίωξη όχι μόνο των εκτελεστικών οργάνων αλλά και της ηγεσίας.

Για πρώτη φορά δόθηκε ένα τέλος στην ατιμωρησία της ναζιστικής βίας. Αποτελεί μία ιστορική επιτυχία που κρίθηκε και από την αντοχή του αντιφασιστικού κινήματος όλα τα χρόνια της δίκης με αποκορύφωμα την μεγάλη συγκέντρωση έξω από το Εφετείο, την οποία η αστυνομία του Χρυσοχοΐδη διέλυσε αναίτια μετά την ανακοίνωση ότι είναι ένοχοι. Ήταν και το πρώτο δείγμα ασέβειας και απαξίωσης, όχι μόνο των χιλιάδων διαδηλωτών αλλά και της δικαστικής απόφασης.

Πως πήρατε την απόφαση να αναλάβετε ως συνήγοροι της Πολιτικής Αγωγής

Χ. Π.: Μου το πρότεινε ο Ανδρέας Τζέλης, με τον οποίον συνεργαζόμασταν και ήταν από την πρώτη μέρα συνήγορος της οικογένειας. Μου είπε να το σκεφτώ καλά πριν αποφασίσω, ότι δεν έχει χρήματα η υπόθεση και ότι θα πρέπει να προσέχω. Είπα αμέσως ναι. Καταρχάς ήθελα να είμαι εκεί για τη Μάγδα και για αυτό που πέρασε η οικογένειά της. Και επίσης ήταν μια ευκαιρία να αποδείξω στο δικαστήριο τι είναι η Χρυσή Αυγή. Γιατί γνωρίζαμε τη φασιστική και εγκληματική της δράση.

Κ.Π.: Μου προτάθηκε από τους δικηγόρους που είχαν ήδη αναλάβει την υπόθεση των Αιγύπτιων αλιεργατών και δέχτηκα γιατί αποτελούσε επιστέγασμα της πορείας μου στο κίνημα. Ήταν μία επιλογή που δεν ταλαντεύτηκα να την ακολουθήσω όπως και όλοι οι άλλοι συνάδελφοι. Και νομίζω ότι τα καταφέραμε.

Προηγούμενο άρθροΚοροναϊός – 2.249 νέα κρούσματα και 30 θάνατοι – Στους 335 οι διασωληνωμένοι
Επόμενο άρθροΧρυσή Αυγή – Επανεμφανίζονται οι νεοναζί, ο φασισμός δεν είναι παρελθόν