Τι γίνεται σε έναν καπιταλισμό που ολοένα και περισσότερο στηρίζεται στη δυνατότητα άντλησης προσόδου στη βάση ενός δικαιώματος ιδιοκτησίας που με τη σειρά του υποστηρίζεται από ένα ολόκληρο πλέγμα σχέσεων εξουσίας; Αυτό είναι το ερώτημα που απασχολεί τον Μπρετ Κρίστοφερς (Brett Christophers) στο βιβλίο του ‘Rentier Capitalism. Who Owns the Economy, and Who Pays for It?’  (Verso, 2020). Όμως, δεν πρόκειται για μια παραδοσιακή κριτική του «ραντιέρικου» χαρακτήρα του καπιταλισμού και της έμφασης σε μη παραγωγικές και «παρασιτικές» δραστηριότητες, κριτική που έχει επαναληφθεί πολλές φορές και όχι μόνο πρόσφατα και η οποία ενίοτε μπορεί να είναι παραπλανητική.

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του, όπου κατέδειξε σε πόσο μεγάλο βαθμό η βρετανική οικονομία στηρίζεται σε μια ολοένα και μεγαλύτερη κατοχύρωση δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη, συμπεριλαμβανομένων και των εκτάσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν δημόσιες, ένα κύμα ουσιαστικά αλλεπάλληλων «περιφράξεων» που μετασχηματίζουν το κοινόχρηστο σε ιδιωτικό, έτσι και εδώ ο Κρίστοφερς κυρίως στέκεται στον τρόπο με τον αυτά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας αποτελούν τη βάση για την απόσπαση ενός ολοένα και μεγαλύτερου όγκου προσόδου μέσα στον σύγχρονο καπιταλισμό, σε πείσμα μιας εικόνας ότι αυτό που δημιουργεί κερδοφορία είναι κατά βάση η επιχειρηματική επένδυση και η παραγωγικότητα.

Είναι αλήθεια ότι ο Κρίστοφερς ακολουθεί μια αρκετά τολμηρή προσέγγιση. Και αυτό γιατί συμπεριλαμβάνει στην έννοια των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που επιτρέπουν την απόσπαση προσόδου, ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα από οικονομικές πρακτικές: Τις τεράστιες προσόδους που επιτρέπει η κατοχή χρηματοπιστωτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και όλων των εξαιρετικά περίπλοκων και σύνθετων χρηματοοικονομικών παραγώγων, τάση που έχει ενισχυθεί από την αυξημένη «χρηματιστικοποίηση» όλων των πλευρών της οικονομίας. Τις προσόδους που αποτελούν τον πυρήνα των κερδών της διαρκώς αναπτυσσόμενης εξορυκτικής βιομηχανίας. Την τεράστια επέκταση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, που επιτρέπουν σε όσους τα κατέχουν επίσης τη δυνατότητα διαρκούς απόσπασης προσόδου. Τη γενίκευση των «πλατφορμών» ως πεδίων που επιτρέπουν πολύ μεγάλη πρόσοδο, σε όλες τις παραλλαγές από τις «πλατφόρμες διαμοιρασμού» έως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (και τη μετατροπή της προσοχής των χρηστών σε πεδίο προσόδου) και τις πλατφόρμες χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και συναλλαγών. Την ολοένα και μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση τόσο δημόσιων λειτουργιών ή τμημάτων των λειτουργιών του δημοσίου όσο και των βασικών υποδομών (μεταφορές, ενέργεια, επικοινωνίες, ύδρευση / αποχέτευση) που επίσης επιτρέπουν την απόσπαση προσόδου. Και βέβαια, την διαρκή παρουσία της γαιοπροσόδου μέσα από όλες τις μορφές με τις οποίες ενισχύονται και εμπεδώνονται δικαιώματα έγγειας ιδιοκτησίας.

Δικαιώματα ιδιοκτησίας και ανισότητες

Κατανοώ ότι θα μπορούσε να ασκηθεί κριτική στον Κρίστοφερς, επειδή φαίνεται να υπεργενικεύει και να εντάσσει στην κατηγορία της προσόδου και δραστηριότητες που όντως περιλαμβάνουν και στοιχεία επένδυσης, προσφοράς ενός προϊόντος ή υπηρεσίας και μεσολάβησης για να καταστούν δυνατές αυτές οι οικονομικές πρακτικές. Όμως, δεν νομίζω ότι ο σκοπός του είναι απλώς να υποστηρίξει ότι ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου καπιταλισμού στηρίζεται απλώς στην κατοχή περιουσιακών στοιχείων και την απόσπαση προσόδου. Κυρίως θέλει να υπογραμμίσει ότι μεγάλο μέρους αυτού που χαρακτηρίζουμε ως επενδυτική δραστηριότητα ή «επιχειρηματικότητα», ή ακόμη και παραγωγή προϋποθέτει σε μεγάλο βαθμό την κατοχύρωση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, τη δυνατότητα μονοπωλιακού ελέγχου και βέβαια όλες τις πρακτικές εξαναγκασμού και νομικής προστασίας που η πολιτική εξουσία μπορεί να εξασφαλίσει. Αντί για το «επιχειρηματικό ρίσκο» που υποτίθεται ότι είναι η δύναμη της οικονομικής προόδου, η ολοένα και μεγαλύτερη εξασφάλιση και σιγουριά που συνεπάγεται ένα ολοένα και πιο θωρακισμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας, ακόμη και σε πεδία που φαινομενικά θα έπρεπε να διαφεύγουν κάθε έννοιας ιδιοκτησίας ή ιδιωτικού ελέγχου.

Όλα αυτά, όπως υπογραμμίζει και ο Κρίστοφερς, έχουν και μία ακόμη συνέπεια: την ολοένα και αυξανόμενη ανισότητα. Σε αυτό συμπίπτει με τον Πικετί, που επίσης έχει υπογραμμίσει ότι όσο οι αποδόσεις πάνω σε διάφορα στοιχεία ενεργητικού, όπως είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας που επιτρέπουν την απόσπαση προσόδου, είναι μεγαλύτερες από το ρυθμό ανάπτυξης μιας οικονομίας, έπεται ότι οι κοινωνίες θα έχουν ολοένα και μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα, αλλά και όλο μεγαλύτερη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, στοιχείο που με τη σειρά του ανατροφοδοτεί και παγιώνει τους μηχανισμούς της ανισότητας. Σε αυτό θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει ότι με τη σειρά της η επέκταση του ιδιωτικού – και συχνά μονοπωλιακού – ελέγχου σε ολοένα και περισσότερες υπηρεσίες, διαδικασίες, πεδία που είναι κομβικά για την κοινωνική ζωή, μειώνει την πραγματική πρόσβαση των ανθρώπων με χαμηλά εισοδήματα σε αυτά, στοιχείο που κάνει ακόμη πιο αρνητικές τις επιπτώσεις των μορφών ανισότητας.

Το ερώτημα της εναλλακτικής

Απέναντι σε αυτή την επέκταση του καπιταλισμού της προσόδου, ο Κρίστοφερς προτείνει μια αναζήτηση στρατηγικής απάντησης σε τέσσερις κατευθύνσεις: το σπάσιμο των μονοπωλίων με μια πολιτική ανταγωνισμού, που να μην περιορίζεται στην απλή αποχή από παρεμβάσεις στην αγορά που ενισχύει τελικά τις μονοπωλιακές πρακτικές, τη φορολογική μεταρρύθμιση, μια νέα στροφή σε παραγωγικές επενδύσεις και τελικά τη μεταρρύθμιση της ιδιοκτησίας, μέσα από την εισαγωγή ξανά μορφών δημόσιας και κοινωνικής ιδιοκτησίας.

Προηγούμενο άρθροΠαρέμβαση αναρχικής συλλογικότητας σε εφημερίδα για τη δολοφονία της Καρολάιν
Επόμενο άρθροΔολοφονία Καρολάιν: Τα «κόλπα», οι παραλείψεις και το άγνωστο παρασκήνιο