Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο που βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της διαβούλευσης έχει σηκώσει πλήθος αντιδράσεων όχι μόνο από τα συνδικάτα των εργαζομένων – που παίρνουν θέση μάχης – και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και από νομικούς που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, απελευθέρωση των απολύσεων και αύξηση της ανεργίας.

Ένα από τα σημεία του νομοσχεδίου που δέχονται την μεγαλύτερη κριτική είναι οι αλλαγές στο καθεστώς των απολύσεων. Αρκετοί εργατολόγοι μιλάνε για μεταρρυθμίσεις που πλήττουν τις προστατευτικές διατάξεις του δικαίου της απόλυσης  που ίσχυαν για πάνω από 100 χρόνια, αυτές δηλαδή που συνιστούν τον πυρήνα της προστασίας των δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, διευκολύνονται κατά πολύ οι απολύσεις, και ιδίως των πιο «ακριβών» εργαζομένων, οι εργοδότες απαλλάσσονται από την υποχρέωσή τους να κοινοποιήσουν με έγγραφο τύπο την απόλυση, να καταβάλλουν όλη την αποζημίωση τη στιγμή της απόλυσης και ακόμα και αν η απόλυση θεωρηθεί καταχρηστική στα δικαστήρια, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο ούτε να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Αναφορικά με την υποχρέωση επαναπρόσληψης που καταργείται, ο εργατολόγος Διονύσης Τεμπονέρας αναφέρει:

«Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι, ο εργαζόμενος, χάνει το δικαίωμα στη θέση εργασίας του οριστικά και ο εργοδότης, υποχρεούται να καταβάλλει ορισμένους μόνο μισθούς υπερημερίας (από 3-24 μήνες ως αστική ποινή), σε περίπτωσης άκυρης απόλυσης και μόνο, αν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

Σήμερα ο εργαζόμενος σε περίπτωση παράνομης ή καταχρηστικής απόλυσης έχει το δικαίωμα να προσφύγει δικαστικά και να απαιτήσει την επιστροφή του στην δουλειά, υποχρεώνοντας τον εργοδότη να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, συνήθως πολλών ετών(ακόμα και δεκαετίας).

Με τη συγκεκριμένη διάταξη, οι απολύσεις διευκολύνονται, απελευθερώνονται, γίνονται ανεξέλεγκτες, ξηλώνεται το δίκαιο της καταγγελίας και πέφτει το τελευταίο οχυρό της μισθωτής εργασίας, η προστασία από την απόλυση, που ισχύει εδώ και 100 χρόνια(ν.2190/1920).

Μείωση αποζημίωσης, εισάγεται και «προφορικός τύπος» απόλυσης

Όπως αναφέρει ο Δημήτριος Βασιλείου, δικηγόρος και πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εργατολόγων, «υπό τον μανδύα της «απαλλαγής» του εργαζομένου από την παροχή εργασίας κατά το διάστημα της προειδοποίησης, η οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως μειώνεται εμμέσως (συνυπολογιζομένων όλων των παροχών και κρατήσεων) από 10% έως 38% (ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας).

Ανέκαθεν ο εργοδότης είχε το δικαίωμα να απολύσει αμέσως τον εργαζόμενο, καταβάλλοντας πλήρη την αποζημίωση απολύσεως. Προθεσμία καταγγελίας οφείλει να τηρήσει μόνο αν επιθυμεί να καταβάλει τη μισή αποζημίωση. Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση διευκολύνονται αυτοί να τηρήσουν την προθεσμία μόνο προσχηματικά, μειώνοντας παρά ταύτα το συνολικό κόστος της απόλυσης.

Εξάλλου, στον εργοδότη δίνεται προθεσμία τεσσάρων μηνών ώστε να καλύψει «τυπικές» παραλείψεις της καταγγελίας, όπως θεωρείται και η παράλειψη καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως.

Ο εργοδότης θα μπορεί λοιπόν να καθυστερεί για τέσσερις μήνες την καταβολή της αποζημίωσης, χωρίς συνέπεια για το κύρος της καταγγελίας, ενώ η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που έχει ο εργαζόμενος για να προσφύγει στο δικαστήριο θα τρέχει κανονικά.

Και προσθέτει: «Τούτο σημαίνει ότι ο εργοδότης θα μπορεί να εξαρτά την έγκαιρη καταβολή της αποζημίωσης από το αν ο εργαζόμενος θα αποδεχθεί τη νομιμότητα της καταγγελίας και αν παραιτείται από τυχόν άλλα δικαιώματά του. Και αυτό χωρίς να διατρέχει κανέναν κίνδυνο, αφού θα μπορεί να ισχυροποιεί εκ των υστέρων την απόλυση».

Στην ίδια άποψη συνηγορεί και η Σίσσυ Πετράκου, δικηγόρος που ειδικεύεται στο εργατικό δίκαιο.

Όπως αναφέρει σε άρθρο της στην ΕφΣυν:

«Μεταξύ των προϋποθέσεων που ισχύουν σήμερα για τη νομιμότητα της καταγγελίας κατά τη στιγμή της απόλυσης είναι ο έγγραφος τύπος καθιστώντας την προφορική καταγγελία άκυρη, η καταβολή του συνόλου της αποζημίωσης ή μέρους της κατά τη στιγμή της απόλυσης και του υπολοίπου σε διμηνιαίες δόσεις καθιστώντας την απόλυση με μειωμένη αποζημίωση άκυρη και η μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας σύμφωνα με το 281 Α.Κ..

Με το νομοσχέδιο καταργούνται ή τροποποιούνται αυτές οι προϋποθέσεις με αποτέλεσμα να διευκολύνονται σκανδαλωδώς οι απολύσεις.

Ειδικότερα με το άρθρο 65 δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες που καταγγέλλουν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας χωρίς να καταβάλλουν την αποζημίωση απόλυσης και χωρίς να τηρήσουν τον έγγραφο τύπο, να θεραπεύσουν αυτή την παρανομία εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, χωρίς να θεωρείται άκυρη η καταγγελία.

Επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες να θεραπεύσουν την παρανομία αυτή σε αόριστο χρονικό διάστημα και αυτή να λογίζεται ως νέα καταγγελία, ενώ η προηγούμενη να θεωρείται ανυπόστατη».

Ακόμα αναφέρει: «Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο θα διασφαλίζει τη διαβίωση του ο εργαζόμενος μέχρι να θεραπεύσει την παρανομία του ο εργοδότης, καθώς δεν προβλέπεται να του καταβάλλεται ο μισθός, ούτε η αποζημίωση απόλυσης γι’ αυτούς τους τέσσερις μήνες που ταλαιπωρείται από την ειδική εύνοια που αφήνει ο νόμος στον εργοδότη του».

Με βάση τις αλλαγές που έχουν γίνει γνωστές ο κ. Βασιλείου υπογραμμίζει:

Το προβληματικό της ρύθμισης δεν έγκειται μόνο στο ότι αυτή αντίκειται στο άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (απόφ. της 9.9.2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων CGS κατά Ιταλίας, αρ. προσφ. 144/2017). Ο εργοδότης διευκολύνεται να επιδείξει συμπεριφορές οι οποίες, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, είναι (και θα παραμείνουν) καταχρηστικές.

Και προσθέτει: Είναι προφανές ότι αν ψηφισθεί το νομοσχέδιο ως έχει, οι εργοδότες θα έχουν μεγάλο κίνητρο να απολύουν τον πιο «ακριβό» εργαζόμενο· η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν θα αποτελεί ιδιαίτερο πια εμπόδιο. Η αστική ποινή που προβλέπει το νομοσχέδιο ούτε αρκούντως αποτρεπτική είναι ούτε για να καλύψει τη ζημία του εργαζομένου αρκεί, ιδίως στις συνθήκες κρίσης και ανεργίας που ζούμε.