Με το Σχέδιο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών εξαιτίας Δασικών Πυρκαγιών του Δήμου Διονύσου επιδιώκεται η άμεση και συντονισμένη απόκριση των εμπλεκόμενων Φορέων σε Τοπικό επίπεδο για την υποστήριξη του έργου του Πυροσβεστικού Σώματος στην καταστολή των δασικών πυρκαγιών και για την αποτελεσματική αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών λόγω δασικών πυρκαγιών και την άμεση διαχείριση των συνεπειών τους.

Στο πλαίσιο αυτό, στο παρόν σχέδιο δόθηκε η κωδική ονομασία «ΙΟΛΑΟΣ» χάριν συντομίας και διαφοροποίησής του από άλλα σχέδια. O Ιόλαος ήταν γιος του ετεροθαλούς αδελφού του Ηρακλή, βοηθός και συμπαραστάτης του τελευταίου τον οποίο υποστήριζε στην επιτέλεση των άθλων του.

Η επιστημονική προσέγγιση και διερεύνηση των αιτιών εμφάνισης των πυρκαγιών στα δάση των μεσογειακών χωρών στις οποίες υπάγεται και η χώρα μας, έχει καταλήξει ότι οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν μέρος της οικολογίας τους και η πλήρης εξάλειψή τους είναι αδύνατη έστω και αν υπήρχε ο πιο τέλειος αντιπυρικός σχεδιασμός.

Οι υψηλές θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ανομβρία και οι δυνατοί άνεμοι που επικρατούν κατά την διάρκεια των θερινών μηνών σε συνδυασμό με την ευφλεκτικότητα διαφόρων ειδών της φυσικής βλάστησης συνθέτουν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την εκδήλωση δασικών πυρκαγιών στον Ελλαδικό χώρο που χαρακτηρίζεται κύρια από το ξηροθερμικό κλίμα μεσογειακού τύπου.

Το μεσογειακό τύπου κλίμα προσδιορίζεται σε γενικές γραμμές από καλοκαιρινή ξηρασία, χειμωνιάτικες κυρίως βροχοπτώσεις που παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση από χρόνο σε χρόνο, ήπια μέχρι θερμά ή και πολύ θερμά καλοκαίρια, ήπιους μέχρι ψυχρούς χειμώνες και εκτεταμένες περιόδους ηλιοφάνειας κατά τη μεγαλύτερη περίοδο του έτους

Οι οργανισμοί (φυτικοί και ζωικοί)κάτω από αυτές τις συνθήκες που διαμορφώνει το μεσογειακό κλίμα έχουν αναπτύξει μηχανισμούς απόκρισης στις περιβαλλοντικές πιέσεις ώστε να επιβιώνουν. Οι προσαρμογές αυτές αφορούν κυρίως στην έλλειψη νερού, που συνδυάζεται με υψηλές θερμοκρασίες, στην απαιτούμενη οικονομία στα θρεπτικά στοιχεία, στο χειμερινό ψύχος και τέλος στην περιοδική δράση της φωτιάς. Σε όλα τα μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα η μακροχρόνια επίδραση παρόμοιων κλιματικών παραγόντων πάνω στους φυτικούς οργανισμούς έχει διαμορφώσει φυσιογνωμικά όμοιους τύπους βλάστησης, με μια διαδικασία που ονομάζεται συγκλίνουσα εξέλιξη.

Η συγκλίνουσα εξέλιξη επεκτείνεται όχι μόνο στη φυσιογνωμία της βλάστησης αλλά και στη φυσιολογία των φυτών όπου διαφορετικά μεταξύ τους φυτά παρουσιάζουν ενιαία “οικολογική συμπεριφορά”, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τους κλιματικούς παράγοντες.

Με την παραδοχή ότι οι φυτοκοινωνίες αντιπροσωπεύουν ακριβώς το συγκεκριμένο κλιματεδαφικό περιβάλλον, αποτέλεσμα του οποίου είναι η ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών, οι οποίες ευνοούν ή όχι τις πυρκαγιές1και από παρατηρήσεις και μελέτες βασιζόμενες στην επεξεργασία στατιστικών δεδομένων καταγραφής δασικών πυρκαγιών που τηρούνται από την Δασική Υπηρεσία των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πυρκαγιών εκδηλώνεται στη χώρα μας κυρίως στην παραλιακή, λοφώδη και υποορεινή περιοχή, όπου κυριαρχούν ενώσεις φρύγανων, θαμνώνες αείφυλλων πλατύφυλλων και δάση θερμόφιλων κωνοφόρων.

Οι περιοχές αυτές με χαμηλό (μηδενικό) υψόμετρο μέχρι και των εξακόσιων περίπου μέτρων (0-600μ.) θεωρούνται ζώνες των περισσότερων σημείων έναρξης δασικών πυρκαγιών. Όμως, δεν αποκλείεται η εμφάνισή τους και σε περιοχές με μεγαλύτερα υψόμετρα (ορεινός όγκος), σε χρονιές με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες (καύσωνες, παρατεταμένη ξηρασία, κλπ) ή οφειλόμενες σε πτώσεις κεραυνών.

Στο χάρτη που εμφανίζεται στη συνέχεια του κειμένου (Χάρτης 1) απεικονίζεται η κάλυψη σε ενοποιημένη μορφή των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας μας (δάση, δασικές και  χορτολιβαδικές εκτάσεις) σύμφωνα με την καταγραφή και αποτύπωση από την Δασική Υπηρεσία (ψηφιακοί χάρτες βλαστήσεως2) ανά υψομετρική κλάση, από 0-600 μ. με κόκκινο χρωματισμό, από 601-900 μ. με κίτρινο χρωματισμό και με υψόμετρο μεγαλύτερο των 900 μ. με πράσινο χρωματισμό.

Με γκρι χρωματισμό απεικονίζονται όλες οι άλλες μορφές χρήσεων γης (γεωργικές εκτάσεις, δομημένο περιβάλλον κλπ).

Η προσέγγιση αυτή έχει ενδεικτικό χαρακτήρα και καταρτίστηκε ως χρήσιμη πρόσθετη πληροφορία από την Δ/νση Σχεδιασμού και Αντιμετώπισης Εκτάκτων αναγκών της ΓΓΠΠ στο πλαίσιο έκδοσης του Χάρτη Πρόβλεψης Κίνδυνου Πυρκαγιάς ως πρώτη χωρική προσέγγιση του προβλήματος των δασικών πυρκαγιών με βάση το υψόμετρο.

Από την μελέτη και ανάλυση στατιστικών δεδομένων καταγραφής δασικών πυρκαγιών που εκδηλώνονται στη χώρα μας, προκύπτει ότι ο κίνδυνος των πυρκαγιών είναι σημαντικά υψηλότερος στα δάση κωνοφόρων από ότι σε αυτά των πλατυφύλλων.

Από την περαιτέρω ανάλυση προκύπτει επίσης ότι από τα δάση που ανήκουν στην κατηγορία των κωνοφόρων, τα δάση της Χαλεπίου Πεύκης (Pinushalepensis) και της Τραχείας Πεύκης (Pinusbrutia) που έχουν σημαντική εξάπλωση σε όλη σχεδόν την Ελληνική επικράτεια, περιλαμβανομένου και του ιδιαίτερα ευαίσθητου νησιωτικού χώρου, κατέχουν την πρώτη θέση από πλευράς δυσκολίας αντιμετώπισης των πυρκαγιών σε αυτά.

Χαρακτηριστικό αυτών των δασών είναι ότι συγκροτούν αραιές σχετικώς συστάδες με αποτέλεσμα να ενθαρρύνεται η ανάπτυξη πλούσιας υποβλάστησης από θαμνώδη,  μιθαμνώδη και ποώδη φυτά. Η συσσώρευση αυτή της βιομάζας στον υπόροφο, διευκολύνει την πυρκαγιά να περάσει από το έδαφος στη κόμη των δένδρων και να ακολουθήσει επικόρυφη πορεία (πυρκαγιές κόμης), η οποία δύσκολα ελέγχεται.

Ωστόσο και τα δύο είδη είναι προσαρμοσμένα στις δασικές πυρκαγιές γιατί έχουν μηχανισμούς αναγέννησής τους ύστερα από μια πυρκαγιά και μάλιστα επωφελούμενα από τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργούνται μετά την πυρκαγιά επεκτείνουν την επικράτεια τους. Ο ρυθμός όμως καταστροφής από πυρκαγιές αυτών των δασών στη χώρα μας σε πολλές περιοχές έφθασε σε ποσοστά που ξεπερνούν τις δυνατότητες της φύσης για φυσική αναγέννηση γιατί σε πολλές περιπτώσεις καίγονται για δεύτερη φορά πριν τα δένδρα φθάσουν σε ηλικία παραγωγής σπόρου (δεκαπενταετία).

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση και υποβάθμιση τους σε άλλες απλούστερες μορφές (θαμνώνες ή φρυγανότοπους) όταν οι πυρκαγιές είναι  επαναλαμβανόμενες σε μικρά σχετικά διαστήματα στον αυτό τόπο. Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να αναφερθεί ότι τα οικοσυστήματα που αναπτύσσονται σε ξηροθερμικές συνθήκες περιβάλλοντος όπως για παράδειγμα τα μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα η ανακύκλωση της οργανικής φυτικής ύλης μέσω της αποσύνθεσης συντελείται αργά και χρειάζεται τη δράση της φωτιάς.

Στα οικοσυστήματα αυτά η φωτιά επανέρχεται ως οικολογικός παράγοντας για να συμβάλει στη διάσπαση της συσσωρευμένης οργανικής ύλης στα ανόργανα θρεπτικά συστατικά της, λόγω του ότι η έλλειψη υγρασίας περιορίζει την αποσύνθεση (σήψη) και την ανακύκλωση των οργανικών υλικών που συσσωρεύεται στην επιφάνεια του εδάφους, όπως το φυλλόστρωμα, τα κατακείμενα νεκρά κλαδιά, κλπ. Η συχνή επανεμφάνιση της φωτιάς σε αυτά τα δασικά οικοσυστήματα έχει ως αποτέλεσμα την μικρή συσσώρευση οργανικής ύλης και οι συστάδες των δένδρων που αναπτύσσονται μετά την πυρκαγιά έχουν ομήλικες μορφές, δηλαδή έχουν την ίδια ηλικία και διάπλαση κατά θέσεις.

Χάρτης: Χαρτογραφική αποτύπωση των ορίων των Δασικών Υπηρεσιών σε αντιπαραβολή με τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων για την Περιφέρεια Αττικής

Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτει ότι οι πυρκαγιές ως οικολογικός παράγοντας των χερσαίων οικοσυστημάτων της χώρας μας είναι μια φυσική δύναμη που επηρεάζει ανθρώπους, βλάστηση και ζωικούς οργανισμούς. Οι δασικές πυρκαγιές δύναται να προκαλέσουν τραυματισμούς και απώλειες ανθρώπινων ζωών, απώλειες στις περιουσίες των πολιτών, άμεσες και έμμεσες απώλειες στον πρωτογενή τομέα (δασικά προϊόντα, γεωργία, κτηνοτροφία), καταστροφές σε υποδομές (δίκτυα ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών κλπ.), καθώς και συνέπειες στη δασική αναψυχή και τον τουρισμό εν γένει.

Οι πυρκαγιές μπορεί να συμβάλουν θετικά στην φυσική ανανέωση και αύξηση της βιοποικιλότητας των δασικών οικοσυστημάτων μας και αρνητικά προκαλώντας την αποσταθεροποίηση και υποβάθμιση τους σε άλλες απλούστερες μορφές(θαμνώνες,  φρυγανότοπους, κλπ), ή ακόμα και την πλήρη κατάρρευση τους, όταν οι πυρκαγιές είναι επαναλαμβανόμενες σε μικρά σχετικά χρονικά διαστήματα στον αυτό τόπο.

Είναι συνεπώς εύλογη η ανησυχία που υπάρχει και η σημασία που δίνεται στη διαχείριση του προβλήματος των δασικών πυρκαγιών, με δεδομένο ότι έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στις ανθρώπινες δραστηριότητες και συμβάλουν στη δημιουργία καταστροφικών πλημμυρών με ταυτόχρονη παράσυρση των ορεινών εδαφών προκαλώντας σταδιακή ερημοποίηση των πληγέντων περιοχών.

Τέλος, διευκρινίζεται ότι στη ζώνη μίξεως δασών –πόλεων εκεί δηλαδή που ο οικιστικός ιστός έχει μεγάλη εγγύτητα ή επεκτείνεται εντός δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, όπως επίσης και σε μεμονωμένα κτίρια πλησίον ή εντός δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, η προστασία των κτιρίων καθώς και των πάσης φύσεως υποδομών από επερχόμενη πυρκαγιά προσδιορίζεται κατά κύριο λόγο από την εγγύτητα τους στην πυρκαγιά. Δηλαδή ποσό κοντά δύνανται να έρθουν οι φλόγες και τα παραγόμενα θερμικά φορτία μιας δασικής πυρκαγιάς (η διάδοση της θερμότητας γίνεται με αγωγή, με μεταφορά και με ακτινοβολία) με επιμέρους δομικά υλικά ενός κτιρίου ή μιας υποδομής προκαλώντας την ανάφλεξη τους.

Χάρτης: Οι ιδιαίτερα επικίνδυνες περιοχές της χώρας για την εκδήλωση πυρκαγιών σε δάση και δασικές εκτάσεις

Η διάδοση μιας πυρκαγιάς αποτελεί μια διαδικασία που εξελίσσεται και εξαπλώνεται στο χώρο, μόνον όταν οι απαιτήσεις για καύση ικανοποιούνται, δηλαδή όταν συνυπάρχουν οι τρεις παράγοντες:

καύσιμα, οξυγόνο και θερμότητα. Εάν ένας από τους τρεις παράγοντες παύει να υπάρχει, η πυρκαγιά σταμάτα και διακόπτεται η εξέλιξη της.

Είναι συνεπώς προφανές ότι μια δασική πυρκαγιά εξαπλώνεται σε κτίρια, όταν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις σε δυνητικά διαθέσιμα καύσιμα και θερμικά φορτία τα οποία, παρουσία  οξυγόνου, πληρούν τις προϋποθέσεις για ανάφλεξη και συνέχιση της καύσης.

Στα δυνητικά διαθέσιμα καύσιμα που θα επιτρέψουν σε μια δασική πυρκαγιά να εξελιχθεί και σε δομημένο περιβάλλον, περιλαμβάνονται εκτός από τα καύσιμα φυτικής προέλευσης και τα επιμέρους δομικά υλικά ενός κτιρίου, συμπεριλαμβανόμενων και γειτονικών υλικών προς το κτίριο, μη φυτικής προέλευσης, η αναφλεξιμότητα των οποίων σε συνδυασμό με την έκθεσή τους σε θερμότητα προκαλούμενη από επερχόμενη πυρκαγιά, θα εξασφαλίσει ή θα διακόψει την συνέχειά της.

Συνεπώς οι ενδεχόμενες απώλειες σε κτίρια και υποδομές που οφείλονται σε δασικές πυρκαγιές συνδέονται κατά κύριο λόγο με την απόσταση τους από το φλεγόμενο μέτωπο της πυρκαγιάς που παράγει μια ροή θερμότητας η οποία επαρκεί ή δεν επαρκεί για να προκαλέσει ανάφλεξη σε δομικά υλικά ενός κτιρίου ή μιας υποδομής.

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

Ο Δήμος Διονύσουέχει έδρα στον Αγ. Στέφανο και ανήκει στην Περιφερειακή Ενότητα

Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής. Έχει έκταση 68,66 km2

και συνορεύει με τους

ακόλουθους Δήμους:

 Δήμος Κηφισιάς

 Δήμος Ωρωπίων

 Δήμος Μαραθώνος

 Δήμος Πεντέλης

Μεταβείτε στον σύνδεσμο:

file:///C:/Users/User/Downloads/%CE%A3%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF%20%CE%94%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD%20%CE%A0%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD%202021%20%CE%99%CE%9F%CE%9B%CE%91%CE%9F%CE%A3%20%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%94%CE%99%CE%91%CE%92%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%95%CE%A5%CE%A3%CE%97%20(1).pdf

Προηγούμενο άρθροΔήμος Βύρωνα: Ζητά τη στήριξη των πολιτών στο αίτημα να παραμείνει στο δημόσιο η περιοχή των Θεάτρων Βράχων (pic)
Επόμενο άρθροΠροσλήψεις εποχικών στην Π.Ε. Κορινθίας